Μπορεί το δημοψήφισμα του Ιουλίου να επέφερε πολλά δεινά στην ταλαιπωρημένη ελληνική κοινωνία και οικονομία, πλην όμως έδωσε τη δυνατότητα να καταγραφεί ένα ξεκάθαρο φιλοευρωπαϊκό ρεύμα. Το 38% των πολιτών που ψήφισαν “ΝΑΙ” στην Ευρώπη, δεν είναι πολιτικά ετερόκλιτο όπως το 62% του “ΟΧΙ”. Είναι πολίτες που επιχειρούν κατά βάση στον ιδιωτικό τομέα, έχουν συναίσθηση των προβλημάτων και της παθογενειών της οικονομίας, πιστεύουν στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, είναι πεπεισμένοι για τα οφέλη, τις ευκαιρίες και τις προοπτικές από τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, κατανοούν τα δικαιώματα, αλλά και τις υποχρεώσεις αυτής της συμμετοχής, και οραματίζονται την Ελλάδα πρωταγωνίστρια στην Ευρώπη, ισότιμο και αξιότιμο μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας.

Κατά συνέπεια το πολιτικό στοίχημα για τη ΝΔ και τη νέα ηγεσία που θα αναδειχθεί μετά την ολοκλήρωση της εκλογικής διαδικασίας, είναι να επαναπροσεγγίσει αυτούς τους πολίτες και να οικοδομήσει εκ νέου μαζί τους μια σχέση εμπιστοσύνης. Προσωπικά, εγκαίρως (ήδη από τη βουλευτική μου θητεία, όσο και μετά την ήττα της 25ης Ιανουαρίου) είχα αναφερθεί στην ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ιδεολογικής μας ταυτότητας, να αποφασίσουμε ως κόμμα και παράταξη ποιους εκπροσωπούμε πολιτικά και να συναποφασίσουμε πως θα καλύψουμε το έλλειμμα πολιτικής εκπροσώπησης που διαρκώς διευρύνεται, όπως έδειξε η εκτεταμένη αποχή της τελευταίας εκλογικής αναμέτρησης.

Ειδικότερα η πρόσφατη εκλογική εμπειρία έδειξε ότι οι πολίτες γυρίζουν την πλάτη στο υπάρχον πολιτικό προσωπικό. Δεν το εμπιστεύονται. Δεν τους εμπνέει. Δεν πιστεύουν ότι μπορεί να τους προσφέρει λύσεις που θα βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Και λύσεις σημαίνουν τρεις λέξεις: δουλειές, δουλειές, δουλειές.

Δουλειές όμως δεν θα υπάρξουν χωρίς ιδιωτικές επενδύσεις. Η Ελλάδα χρειάζεται ένα αναπτυξιακό σοκ που θα φέρει 105 δισ. ιδιωτικές επενδύσεις τα επόμενα χρόνια, για να επανέλθουμε στα προ κρίσης επίπεδα. Ποιοι θα επενδύσουν. Με ποια κίνητρα; Σε ποιο επιχειρηματικό περιβάλλον;

Δουλειές λοιπόν δεν θα υπάρξουν όσο δεν προωθούνται οι μεταρρυθμίσεις στο κράτος. Η μεταρρυθμιστική δυναμική της κυβέρνησης Σαμαρά παρεμποδίζονταν συστηματικά από την άρνηση σε όλα του αντιπολιτευτικού ΣΥΡΙΖΑ, ανεστάλη μετεκλογικά από τη “σκληρή διαπραγμάτευση” του δίδυμου Τσίπρα-Βαρουφάκη και ανεκόπη πλήρως με την υπογραφή του τρίτου (πρώτου αριστερού) Μνημονίου που αντικατέστησε τις μεταρρυθμίσεις με δυσβάσταχτους φόρους στη μεσαία τάξη και την ιδιωτική πρωτοβουλία.

Δουλειές όμως με φόρους δεν θα υπάρξουν. Με το κράτος μεγαλομέτοχο σε κάθε επιχειρηματική πρωτοβουλία, το μόνο που θα υπάρξουν είναι μεγαλύτερη ύφεση, μεγαλύτερη ανεργία, μεγαλύτερη εκροή νέων, περισσότερα λουκέτα σε επιχειρήσεις.

Αν η ΝΔ δεν απαντήσει ρεαλιστικά και πειστικά στο πως θα δημιουργηθούν δουλειές δεν πρόκειται να διαδραματίσει το σημαντικό της ρόλο ως αξιωματική αντιπολίτευση. Κι αν απλώς επενδύει στην αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ (δηλαδή την ολοκληρωτική καταστροφή της χώρας) έως ότου η κυβέρνηση πέσει σαν ώριμο φρούτο, δεν θα μπορέσει κατόπιν ως κυβέρνηση να προκαλέσει την αναγέννηση της χώρας. Θα αρκεστεί στο θλιβερό έργο της διαχείρισης της καταστροφής.

Στην ιστορική συγκυρία λοιπόν που βρίσκεται η χώρα απαιτούνται καθαρές κουβέντες, ξεκάθαρη στόχευση, συνέπεια λόγων και πράξεων. Έτσι γίνεται σαφές το διακύβευμα της επόμενης μέρας. Έτσι οικοδομείται σε στέρεες βάσεις η σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτικών και πολιτών.

Εγγύτερα σε αυτήν την προσέγγιση βρίσκεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Από την αρχή της παρουσίας του στο δημόσιο βίο παρέμεινε συνεπής στο πνεύμα της μεταρρύθμισης, αγνοώντας το πολιτικό κόστος όταν κλήθηκε να κάνει πράξη τα λόγια του. Αντιλαμβάνεται τη συνεισφορά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην παραγωγή πλούτου και κατανοεί την ανάγκη της συνεργασίας, της συνεννόησης και της συναίνεσης μεταξύ των δημιουργικών δυνάμεων του τόπου. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ ότι ως πρόεδρος της ΝΔ έχει τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις να προσεγγίσει το 38% του ΝΑΙ στο πρόσφατο δημοψήφισμα και να δημιουργήσει την πρώτη κρίσιμη ύλη όχι μόνο για την επάνοδο της ΝΔ στην εξουσία, αλλά και για την πραγματική μετατροπή της Ελλάδας σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος.