Μπορεί την Κυριακή να έρχεται η ελπίδα, πλην όμως τη Δευτέρα άπαντες θα βρεθούν ενώπιον της πραγματικότητας.

Η πραγματικότητα είναι πως τα δημόσια έσοδα έχουν υποχωρήσει σημαντικά λόγω της διενέργειας των πρόωρων εκλογών που προκάλεσε με αποκλειστική της ευθύνη η αντιπολίτευση, η εύθραστη οικονομία έχει σμπαραλιαστεί, γεγονός που θα εξαναγκάσει τη νέα κυβέρνηση να διαπραγματευτεί με δυσμενέστερους όρους την απρόσκοπτη ροή χρηματοδότησης της χώρας το επόμενο διάστημα.

Το τελευταίο είναι και το μεγάλο ζητούμενο. Οι ξένοι πιστωτές που έχουν μαχαίρι και πεπόνι δε φαίνονται διατεθειμένοι να διευκολύνουν την όποια κυβέρνηση να παρεκκλίνει, χωρίς επιπτώσεις, από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και η επικείμενη αξιολόγηση θα κρίνει για το αν και κατά πόσο θα ληφθούν τα χρήματα που χρειάζονται για να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του κράτους. Ήδη η χθεσινή απόφαση της ΕΚΤ είναι σαφές προειδοποιητικό καμπανάκι και όχι κινδυονολογία!

Συνεπώς, η Ευρώπη δεν έχει περιθώρια υπαναχωρήσεων. Βρίσκεται ήδη σε κρίσιμη καμπή, με τη δυσαρέσκεια των ευρωπαϊκών λαών για τις πολιτικές λιτότητες, να αυξάνει και να δημιουργεί πιέσεις και πολιτικό κόστος και δεν είναι διόλου απίθανο η Ελλάδα να γίνει Ιφιγένεια στο βωμό των οποίων πολιτικών επιδιώξεων των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών.

Στο επίκεντρο αναμφισβήτητα η Γερμανία που εμμένει στη δημοσιονομική πειθαρχία σε αντιδιαστολή με άλλες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ιταλία, που ζητούν πολιτικές «ποσοτικής χαλάρωσης». Η ουσία είναι πως και οι δύο πλευρές προσεγγίζουν το ίδιο πρόβλημα, αλλά με διαφορετικό τρόπο επίλυσης. Δηλαδή το πώς θα επιλύσουν το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της ευρωπαικής οικονομίας έναντι της Κίνας και των αναδυόμενων οικονομιών, πώς θα αντιμετωπίσουν το πρόβλημα υπογεννητικότητας και γήρανσης του πληθυσμού τους, πώς θα διαχειριστούν το μεταναστευτικό. Αυτά τα μεγάλα θέματα που απασχολούν την Ευρώπη.

Προφανώς, οι μεγάλες αλλαγές και οι ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις δεν αφορούν στη μεγεύθυνση του Δημοσίου Τομέα, στην επέκταση του περίφημου «κοινωνικού κράτους», στο άνοιγμα των συνόρων, όπου η Ευρώπη θα γίνει ο παράδεισος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.ο.κ., όπως ευαγγελίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, σε μία προσπάθεια να μετατρέψει, υποτίθεται, το ελληνικό πρόβλημα σε ευρωπαϊκό και να προκαλέσει «ανατροπές» στη Γηραία Ήπειρο.

Αφορούν στην εξεύρεση της «χρυσής τομής», ώστε η ευρωπαϊκή οικονομία να καταστεί πλήρως αναταγωνιστική, υιοθετώντας ένα πιο φιλελεύθερο και ευέλικτο μοντέλο λειτουργίας της οικονομίας της και των δομών της, χωρίς να είναι κοινωνικά επώδυνο. Και όλα βέβαια υπό την προϋποθέση της πολιτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης, καθώς από μόνα τους τα ευρωπαϊκά κράτη, ακόμα και η ισχυρή Γερμανία, δεν είναι σε θέση να αντικρούσουν τους νέους διεθνείς ανταγωνιστές τους.

Είναι σαφές λοιπόν πως μια πολιτικά και οικονομικά ολοκληρωμένη Ευρώπη προϋποθέτει την αποδοχή και πιστή υπακοή όλων σε κοινούς κανόνες που θα συμφωνηθούν από κοινού. Σε αυτή τη διαδικασία βρισκόμαστε σήμερα.

Η Ελλάδα σε αυτές τις τόσο κρίσιμες διεργασίες διαχειρίζεται τα εσωτερικά της προβλήματα από θέση αδυναμίας, την ίδια στιγμή που δείχνει έτοιμη όχι να συνεισφέρει με δημιουργικές προτάσεις, αλλά να δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα και αναστάτωση.

Όμως, σε αυτή τη λεπτή και κρίσιμη συγκυρί, η Ευρώπη δε θα ρισκάρει το δικό της μέλλον προς όφελος ενός απείθαρχου και κακομαθημένου παιδιού. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ επικρατήσει για να εφαρμόσει όσα εξαγγέλει, το πιθανότερο είναι πως η Ευρώπη θα μας δείξει την πόρτα της εξόδο, χωρίς περιστροφές. Μπορεί να μην το επιθυμούν οι Ευρωπαίοι εταίροι διότι πάντα ο ακρωτηριασμός ενός μέλους από το ευρωπαϊκό σώμα είναι επώδυνος, πλην όμως είναι προτιμότερος από την μόλυνση του υπόλοιπου σώματος. Και γι’ αυτό οι Ευρωπαίοι έχουν προνοήσει τα τελευταία χρόνια.

Συνεπώς, το διακύβευμα των εκλογών της Κυριακής είναι ξεκάθαρο. Μπροστά στην κάλπη οι Έλληνες αποφασίζουν αν θέλουν την Ελλάδα να παραμένει στην Ευρώπη ή να επιστρέφει στη βαλκανική της μοίρα.

Ο Μάξιμος Σενετάκης είναι υποψήφιος βουλευτής Ν.Δ. Ηρακλείου.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ