Σε αυτές τις εκλογές αναμετράται ο λαϊκισμός με την πολιτική αξιοπιστία. Η ψήφος της επόμενης Κυριακής είναι μια “καυτή πατάτα” στα χέρια των πολιτών. Καλώς ή κακώς, το πολιτικό σύστημα παραχώρησε στην κοινωνία την αποκλειστική ευθύνη κρίσιμων αποφάσεων για το μέλλον της χώρας. Οι πολίτες έχουν ένα παρά πάνω λόγο να προσεγγίσουν την αλήθεια, να αναλογιστούν το ιστορικό διακύβευμα, να είναι καχύποπτοι σε υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.

Δυστυχώς ο λόγος και η στάση του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν υπόδειγμα πολιτικού καιροσκοπισμού, ρηχής συνθηματολογίας, συστηματικού αποπροσανατολισμού και εμφανών αντιφάσεων.

Ο πολιτικός καιροσκοπισμός του κ. Τσίπρα αποκαλύπτεται όταν ζητά “ευρύτερες συναινέσεις για τη σωτηρία της χώρας και όχι συναίνεση στη συνενοχή”. Όμως, δεν γίνεται πιστευτός, όταν επί δυόμισι χρόνια αρνείται κάθε συνεννόηση και συναίνεση, όταν συστηματικά υπονόμευσε κάθε προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση με κορυφαία την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Εσχάτως δε, δήλωσε πως δεν θα συνεργαστεί με κανένα, παρά μόνο με το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΙΑ – κόμματα αντιευρωπαϊκού προσανατολισμού.

Πως μπορεί λοιπόν να πείσει ότι θα το κάνει μετά τις εκλογές; Και πως θα το κάνει όταν την ίδια στιγμή που ζητά συναίνεση, θεωρεί “ενόχους” όσους ακολούθησαν ή ακολουθούν διαφορετική πολιτική από τη δική του; Είναι προφανές ότι κτίζει το πολιτικό άλλοθι για την επόμενη μέρα, για να σύρει τη χώρα σε νέα εκλογική αναμέτρηση (και άρα παράταση της πολιτικής αβεβαιότητας) με το πρόσχημα της αδυναμίας συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας.

Προφανώς, η …συναινετική του πρόθεση είναι στάχτη στα μάτια των πολιτών. Η πραγματική του πρόθεση είναι να υφαρπάξει την ψήφο των πολιτών και να εκβιάσει την αυτοδυναμία για την οποία ήδη κάνει λόγο, ώστε να “μην έχει τα χέρια του δεμένα”. Επομένως, είναι σαν να λέει ότι η συνεργασία δένει τα χέρια. Και αυτοαναιρείται.

Πολιτική “ευρύτερων συναινέσεων” με μια πολιτική επιδίωξης της “αυτοδυναμίας” δεν συμβαδίζει. Η αντίφαση κι εδώ είναι προφανής. Πόσο μάλλον που σήμερα ουδείς πείθεται πως τη λύση στα προβλήματα της χώρας μπορούν να δώσουν αυτοδύναμες κυβερνήσεις, οι οποίες κατά το παρελθόν δοκιμάστηκαν, απέτυχαν και καταδικάστηκαν στη συνείδηση των πολιτών.

Υποτίθεται ότι όντας αυτοδύναμος ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να πετύχει αυτό το οποίο, ο κ. Τσίπρας παραπλανητικά υπόσχεται στον ελληνικό λαό. Ότι δηλαδή “στις 26 Ιανουαρίου στο νέο τοπίο δεν θα συμπεριλαμβάνεται η λιτότητα, η Τρόικα και οι δεσμεύσεις του Αντώνη Σαμαρά”. Η εξαπάτηση κι εδώ είναι προφανής. Γνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί, σηκώνει τον πήχη της αυτοδυναμίας, ώστε να δικαιολογήσει την ασυνέπεια μετεκλογικής πράξης και προεκλογικής ρητορικής.

Και αυτό δεν μπορεί να συμβεί διότι η κατάργηση της “λιτότητας” συνολικά στην Ευρώπη δεν είναι ζήτημα που θα το καθορίσει, ούτε ο μικρομεγαλισμός του κ. Τσίπρα, ούτε οι μειοψηφίες στην Ευρώπη που ανήκει το κόμμα του. Εξάλλου, το ζήτημα δημοσιονομική προσαρμογή έναντι “ποσοτικής χαλάρωσης” αποτελεί το μείζων ευρωπαϊκό θέμα συζήτησης, με την Ελλάδα να συμμετάσχει ενεργά σε αυτήν, ως ισότιμο μέλος. Αν το 2012 η Ελλάδα είχε αφεθεί στη χρεοκοπία και στην έξοδο από την Ευρωζώνη, σήμερα τέτοια δυνατότητα δεν θα υπήρχε και το τρένο της “ποσοτικής χαλάρωσης” που έπεται στη νέα Ευρώπη, θα το χάναμε.

Επιπλέον, τι σημαίνει τοπίο χωρίς Τρόικα; Σημαίνει ότι ο κ. Τσίπρας θα αρνηθεί να συνομιλεί με τους εταίρους και πιστωτές; Σημαίνει ότι αρνείται τους κανόνες συμμετοχής στην ΕΕ; Αν αυτό εννοεί, τότε η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, είναι δεδομένη. Όμως, ο κ. Τσίπρας αντιφάσκει και παραπλανά. Γιατί την ίδια ώρα που λέει ότι η Τρόικα δεν θα υπάρχει, υποστηρίζει ότι θα διαπραγματευτεί μαζί της και μάλιστα “σκληρά”. Τελικά τι ισχύει; Ή ο κ. Τσίπρας είναι επικίνδυνος ή είναι ψεύτης.

Είναι σαφές πως η όποια διαπραγμάτευση θα γίνει στη βάση των συμφωνηθέντων της Ελλάδας με την Τρόικα. Διότι, οι δεσμεύσεις δεν είναι του Αντώνη Σαμαρά. Είναι υποχρεώσεις της χώρας, έναντι των πιστωτών. Και το κράτος έχει θεσμική συνέχεια. Και χωρίς αυτή τη συνέχεια, χωρίς αυτές τις “δεσμεύσεις”, χωρίς την τήρηση των υποχρεώσεων, τελειώνουν και τα μετρητά. Και αρχίζει η διαδικασία του Grexit που τόσο αποπροσανατολιστικά ο κ. Τσίπρας θεωρεί ως κινδυνολογία.

Όμως, οι προειδοποιήσεις δεν είναι κινδυνολογία κι οι πολίτες οφείλουν να αναλογιστούν ποιος διαθέτει την πολιτική αξιοπιστία, τη γνώση και την εμπειρία να οδηγήσει τη χώρα στην επόμενη μέρα της αυτοδύναμης ανάπτυξης, όπως πέτυχε την παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη και διαπραγματεύτηκε την ασφαλή έξοδο από τα Μνημόνια.

Την επόμενη Κυριακή τα ψέματα τελειώνουν. Και ουδείς μπορεί να ισχυριστεί “δεν ήξερα, δεν γνώριζα”.